Συνέντευξη με τον Γιάννη Ζουγανέλη: «Ο Έλληνας έχει γίνει υπάλληλος, ατομιστής και δεν είναι πολίτης»

«Ξεκίνησα να σκέφτομαι από πολύ μικρή ηλικία. Διότι έπρεπε να σκεφτώ και για εμένα και για τους κωφούς γονείς μου. Δυο εξαιρετικές, αγιοποιημένες για εμένα προσωπικότητες. Ήταν άνθρωποι απέριττοι, αναλφάβητοι αλλά είχαν μια δικιά τους καλλιέργεια, δεν άκουσαν ποτέ παρά μόνο με την καρδιά τους και τη ψυχή τους. Ουσιαστικά κηδεμόνεψα τους γονείς μου, μπήκα μπροστά στο να τους προστατεύω από την κρατική λαίλαπα, την ανυπαρξία κράτους και φροντίδας». Έτσι, μας συστήθηκε πριν ξεκινήσουμε τη συνομιλία μας, ο Γιάννης Ζουγανέλης. Και έτσι εξηγείται όχι μόνο η καλλιτεχνική του ευαισθησία αλλά και τα κοινωνικά του αντανακλαστικά και οι ανησυχίες του που πάντα βρίσκουν διέξοδο στην τέχνη του, όπως συνέβη και με τα «200 χρόνια εθνικής ασυναρτησίας», τη τελευταία του επιθεώρηση που παρουσίασε την περυσινή σεζόν στο θεάτρο Αθηνά.

Συνέντευξη Γιώργος Κολέτσος

– Ηappy Birthday Hellas «200 χρόνια εθνικής ασυναρτησίας». Έχουμε γενέθλια, τι δώρο θα κάνατε στην Ελλάδα;

Για εμάς είναι δώρο η Ελλάδα. Εμείς δεν της έχουμε κάνει κανένα δώρο, μέχρι στιγμής. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε για εκείνη είναι να την εκφράζουμε με τη γνώση που κουβαλάμε από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα. Να την λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη μας την Ελλάδα όταν εκφραζόμαστε, αυτό είναι το δώρο που μπορεί ο καθένας από εμάς να κάνει. Συνεχώς παίρνουμε δώρα, τα οποία μας τα δίνει απλόχερα και τα πετάμε τα περισσότερα στα σκουπίδια, κάτι που δείχνει το έλλειμα της καλλιέργειάς μας και το ξεπούλημα των αξιών μας, το έλλειμα της αντίληψής μας, της ξενομανίας μας, της παγκοσμιοποίησης. Αποποιηθήκαμε την έννοια πατρίδα και την αφήσαμε να την εκμεταλλευτούν φασιστοειδή και εθνικιστές.

-Ποιες είναι οι βασικές αξίες που είχε κάποτε ο Έλληνας και τώρα πια τις έχει χάσει;

Χάθηκε το πρόσωπο. Και μέσα από το πρόσωπο χάθηκε η προσωπικότητα. Γίναν όλα απρόσωπα. Χάθηκε η αμοιβαιότητα δηλαδή το να πηγαίνουμε όλοι με το μέρος του αδικημένου και να τον βοηθάμε να μπει στη δικαίωση. Δεν είμαστε δίκαιοι. Μεγάλη αξία επίσης, είναι το να αντιστέκεσαι στο κράτος που έχει θεσπίσει νόμους που καταστρατηγούν τη ζωή που υπερασπίζονται το ίδιο και όχι τον πολίτη. Σταυρώνουμε τα χέρια σε καθετί προοδευτικό. Αφήσαμε τα παιδιά μας να μπουν στη διαδικασία των ναρκωτικών, χωρίς να τα προστατέψει κανείς. Δεν μπήκαμε ποτέ στην έννοια της ενσυναίσθησης, που είναι πολύ μεγάλη αξία, να μπαίνεις στη θέση του άλλου και να τον αντιλαμβάνεσαι. Έχουμε τους μεγαλύτερους φιλόσοφους στον κόσμο και δε τους ξέρουμε. Όταν δεν τους γνωρίζεις, δε διέπεσαι από κανέναν ελληνισμό, είσαι ένα έρμαιο, ένας κάτοικος ενός γεωγραφικού μήκους και πλάτους.

-Είναι αλήθεια ότι οι ξένοι γνωρίζουν πολύ περισσότερα για τους δικούς μας φιλοσόφους; Άλλωστε στη Γαλλία ενισχύεται η διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών σε αντίθεση με τη χώρα μας.

Στη Γερμανία, επειδή εγώ έχω μια σχέση με την Ακαδημία Μουσικής του Μόναχο, διδάσκω εκεί, τα ελληνικά τείνουν να γίνουν η γλώσσα της επικοινωνίας. Γιατί είναι η μόνη γλώσσα που εξηγεί τα πάντα. Επίσης, αξία είναι να ξέρεις τους μεγαλύτερους ποιητές στον κόσμο που τα τελευταία 200 χρόνια που είναι Έλληνες. Και να μην τους ξέρεις μόνο για το όνομά τους αλλά για το έργο τους. Είναι τεράστιοι. Και ξαφνικά, μας αρέσει ο Bob Dylan. Όχι πως είναι ασήμαντη προσωπικότητα. Ναι, είναι ωραίος ο Bod Dylan, ο Jim Morisson αλλά αν δείτε στίχους, παγκοσμίας εμβέλειας καλλιτεχνών όπως οι Beatles θα γελάσετε: «Ob la di, ob-la-da»…

-Πώς προέκυψε η ιδέα για την παράσταση «HappyBirthdayHellas, 200 χρόνια εθνικής ασυναρτησίας» στην οποία θίγετε όλα αυτά τα ζητήματα;

Ήμασταν σε αναζήτηση και σε μια συζήτηση με τον Νίκο τον Κεραμίδα είπαμε «αυτό θα κάνουμε. Άκουσα ότι ανετέθη στην Γιάννα Αγγελοπούλου Δασκαλάκη το 2021 και λέω δε θα το κάνουνε αυτοί, θα τους προλάβουμε εμείς! Εγώ δεν ήθελα την επιθεώρηση αν και έχουμε αρκετά στοιχεία, γιατί είναι σπονδυλωτό το θέαμα. Αγαπώ πολύ την επιθεώρηση αλλά δεν μπορώ να κάνω σάτιρα στην πολιτική, παρά μόνο στην εφαρμογή της και στο βίωμα των ανθρώπων. Η παράσταση γίνεται με αφορμή τα 200 χρόνια της εθνικής παλιγεννεσίας. Αλλά αυτή την παλιγεννεσία όμως δε τη ζήσαμε, ζήσαμε ασυναρτησία. Ξεκινάμε από την επανάσταση με τον Κολοκοτρώνη που είναι ένας «σούπερ ήρωας» γιατί έφερε την Ελλάδα σε αυτά τα επίπεδα.

-Αν με μια μηχανή του χρόνου ο Κολοκοτρώνης ερχόταν στο σήμερα πώς θα αντιδρούσε πιστεύετε;

Θα αντιδρούσε σαν αν είναι κατακτητές οι σύγχρονοι πολιτικοί. Θα επαναστατούσε με τον ίδιο τρόπο, όπως επαναστατούσε για τους Τούρκους, και για τους σύγχρονους κατακτητές και για τους αγγλοσάξωνες. Ήρθαν ας πούμε οι Γερμανοί στην Ελλάδα και χάθηκε ένα εκατομμύριο ελληνικού λαού, μας πήραν όλο το χρυσό και όλοι αυτοί που κυβερνήσανε φάγανε και άλλα λεφτά, τρώγανε συνέχεια και έδωσαν δικαίωμα ώστε να μην μας επιστραφεί ποτέ τίποτε. Ο Κολοκοτρώνης δε θα μπορούσε να δεχτεί όλη αυτή τη βαναυσότητα με την οποία αντιμετωπίστηκε ο ελληνικός λαός, η Ελλαδικότητα και ο Ελλαδισμός. Ο Κολοκοτρώνης θα τα γαμούσε όλα. Δε θα δεχόταν αυτή την ιστορία, το να σκύβουν όλοι το κεφάλι και να λένε «yes men». Kανείς δεν αντιστάθηκε, κανείς δεν απαίτησε να μας φέρουν τα λεφτά πίσω. Και δίνουμε συνέχεια, δίνουμε τα λεφτά που κλέψανε αυτοί που μας κυβερνήσανε. Δηλαδή πού θα πάει αυτό το πράγμα; Τα λέμε αυτά μέσα στο έργο.

-Εσείς έχετε ζήσει έντονα και την εποχή του Πολυτεχνείου. Πιστεύετε σήμερα, με τις υπάρχουσες ή και χειρότερες συνθήκες καταδυνάστευσης θα ξαναγινόταν ένα ανάλογο Πολυτεχνείο αν χρειαζόταν;

Οχι. Γιατί σήμερα η πλειοψηφία των φοιτητών είναι συντηρητική. Αρκούνται σε ένα ψευτο- βόλεμα, ότι θα γίνουν γιατροί για παράδειγμα και θα τα κονομήσουνε. Και θα πάνε στα νοσοκομεία και θα δουλεύουν με ένα χιλιάρικο το μήνα και δε θα κάνουν ποτέ προκοπή. Εγώ ήμουν από τους ανθρώπους που είχαν πιάσει στην έξοδο του Πολυτεχνείου ήμουν 17 χρονών και βίωσα και φυλακή. Ο φασισμός σε καταπιέζει στο πνεύμα, στο σώμα, στη ψυχή, σε αλλοτριώνει. Ο φασισμός μπορεί να σε παραχαράξει και σαν προσωπικότητα και θέλει πολύ σκέψη σχετικά με το κατά πόσο όλοι αυτοί οι σοσιαλιστές φρόντισαν τη ζωή και την εργατική τάξη που θέλουν να υπερασπίζονται.

-Φταίμε τελικά οι Έλληνες για όσα παθαίνουμε; Ρίχνουμε το μπαλάκι σε άλλους για ό,τι μας συμβαίνει;

Εγώ πιστεύω ότι είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτό που περνάμε. Είμαστε υπεύθυνοι των επιλογών μας, δεν αντισταθήκαμε, δεν αντιδράσαμε ως πολίτες. Οι σύγχρονοι Έλληνες δεν είναι πολίτες. Όταν δεν είσαι πολίτης δεν ελέγχεις τίποτα, είσαι ατομιστής και χάνεις τη μοναδικότητά σου. Η ατομικότητα σε φέρνει στη μάζα. Δεν αποδέχεσαι καμία διαφορετικότητα, δεν εχεις καμία διαφωνία.

Μονόγραμμα 1982.
Στο στούντιο του Πάνου Δράκου στα σίδερα του Χαλανδρίου.
Ο Ζουγανέλης με Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Δήμητρα Γαλάνη και Ισιδώρα Σίδερη.

-Η τέχνη αντιστάθηκε; Ζήσαμε και ζούμε μια κρίση ηθική, κοινωνική, οικονομική, υπήρξε, υπάρχει καλλιτεχνικό κίνημα που να βρίσκεται πλάι στον άνθρωπο τον καθημερινό;

Υπάρχει ναι. Και στο τραγούδι υπάρχει αλλά μεταδίδεται. Διότι τα ραδιόφωνα είναι αφελή, η δημοσιογραφία τα τελευταία χρόνια είναι fake. Και δε γράφουν οι δημοσιογράφοι για τον «δήμο» όπως ορίζει η λέξη. Όλοι υπερασπίζονται συμφέροντα εκδοτών, καναλαρχών. Πολύ λίγες εξαιρέσεις υπάρχουν. Υπάρχει κίνημα πολλών καλλιτεχνών που γράψανε πολιτικά τραγούδια για να παρέμβουν αλλά δεν μεταδόθηκαν ποτέ. Υπάρχουν και νέοι, πολύ αξιόλογοι που δεν τους έχει δει ήλιος και δυστυχώς θα χαθούν. Και δεν είναι χαμένη αυτή η γενιά. Είναι γενιά αδικημένη από τους μεγαλύτερους γιατί δεν τους παρήχθη βήμα. Θα μιλήσω για μια παρέμβαση που εμείς κάποτε κάναμε, ως πρόταση σε περίπτωση που διαβάζει το κείμενο κάποιος νέος. Αμέσως μετά την μεταπολίτευση, με τον Νικόλα τον Άσιμο πήγαμε στη Βουκουρεστίου, χωρίς άδεια από την αστυνομία, στήσαμε μεγάφωνα και διαφημίσαμε ότι θα είμαστε στο μουσικό καφενείο στο «Σούσουρο» στην Ανδριανού. Δε χαμπαριάζαμε τίποτα. Ήρθε η αστυνομία και όχι αυτή η αστυνομία που βλέπουμε σήμερα με τα ωραία τα παιδιά, μιλάμε για μπάτσους των οποίων η αστυνομικίλα μύριζε ένα χιλιόμετρο μακριά. Δεν γίνονται τέτοιες παρεμβάσεις στην κοινωνία, σήμερα. Και τελικά, η νεανικότητα που είναι ό, τι πιο εμπνευσμένο και δυνατό υπάρχει, αναμένει τους γεροντότερους. Και ο γέρων που πρέπει να έχει σχέση με τη σοφία δεν είναι σοφός. Βέβαια, αυτό πηγάζει από το αναμάσημα των πολιτικών. Περάσανε πολλοί υπουργοί πολιτισμού και δεν έκαναν τίποτε για τον πολιτισμό. Εξαιρώ ίσως, τον Θάνο Μικρούτσικο που είναι ένας καλλιεργημένος άνθρωπος και ως υπουργός πολιτισμού ασχολήθηκε όχι με τη μουσική αλλά με την αρχαιολογία. Η Μελίνα Μερκούρη επίσης, ήταν μια τεράστια οντότητα που έκανε γνωστό διεθνώς το θέμα με τα μνημεία και λέω μνημεία, όχι «Ελγίνεια» όπως τα αποκαλούν κάποιοι επειδή τα έκλεψε ένα κάθαρμα, ο Έλγιν.

O Γιάννης Ζουγανέλης στα νεανικά του χρόνια
Γιάννης Ζουγανέλης, Ανδρέας Μικρούτσικος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Βαγγέλης Πατεράκης. «ΑΧ ΜΑΡΙΑ»

-Τη γνωρίσατε την Μελίνα στα χρόνια της πολιτικής της θητείας;

Τη Μελίνα την έχω γνωρίσει σε κάποιες συναντήσεις που κάναμε με το συνδικαλιστικό μας όργανο, μαζί με τους αείμνηστους Καλδάρα, Λοΐζο, Δερβενιώτη. Πηγαίναμε συνεχώς και μιλάγαμε και η Μελίνα όσο μπορούσε στεκόταν στα πρόβλημα της οικονομικής ανυπαρξίας των απολαβών όλων αυτών των ανθρώπων που πρόσφεραν στην Ελλάδα.

-Ο Νικόλας ο Άσιμος δεν αποδεχόταν ταμπέλες ούτε πολιτικές ιδεολογίες, στην ώριμη ηλικία του. Τι άνθρωπος ήταν;

Με τον Νικόλα γνωριστήκαμε στον Πύργο της Θεσσαλονίκης, υπήρχε επάνω στον Πύργο μια μπουάτ και τραγούδαγε. Ήταν ένα πολύ γλυκό παιδί, πολύ καλλιεργημένο, τραγουδούσε με έναν ωραίο τρόπο. Πήγα και τον πλησίασα, εγώ είχα ήδη ξεκινήσει από πολύ μικρός τη δισκογραφία, το 1972, όταν ήμουν 15 χρονών. Γνωριστήκαμε λοιπόν με αφορμή την μουσική, ήρθαμε μαζί στην Αθήνα και συγκατοικούσαμε στην οδό Αλωπεκής, δεν είχε που να μείνει και έμεινε μαζί μου για αρκετό διάστημα. Ήταν πολύ σοφός άνθρωπος, δημιουργήσαμε μαζί το μουσικό καφενείο «Σούσουρο» αλλά είχε και μια λαθεμένη αντίληψη για το πώς διεκδικείται η ζωή. Είχε κάποιες «εμμονές», πίστευε ότι μας έκλεβε ο επιχειρηματίας ενώ δεν μας έκλεβε, ότι οι άλλοι συνεργάτες μας, τον υπονόμευαν. Ο Νικόλας Άσιμος είχε γενικά, ένα πρόβλημα κοινωνικοποίησης. Εγώ πιστεύω ότι η κοινωνικοποίηση είναι αυτή που θα φέρει την επαναστατικότητα και την ιδεολογία, δεν μπορεί να είσαι έξω από την κοινωνία. Σιγά σιγά, αποποιείτο κάθε κοινωνικότητά του μέχρι που έφτασε σε ένα σημείο ημίτρελης κατάστασης. Μέχρι και ένα μήνα πριν φύγει από τη ζωή, κατάφερνα και του μιλούσα. Και με σεβόταν πάρα πολύ.

Ζουγανέλης, Μπουλάς, Θάνος Ανδριανός, Ισιδώρα Σιδέρη, Περικλής Χαρβάς, Νικόλας Άσιμος

-Έχετε συνεργαστεί με μεγάλους Έλληνες δημιουργούς. Όπως ο Μπουλάς, ο Παπάζογλου, ο Ρασούλης…

Να σου πω κάτι που δεν είναι εγωιστικό, ήμουν η αφορμή που βρέθηκε ο Ρασούλης ο οποίος με ανάγκασε και έγραψα το πρώτο του τραγούδι το «Η Βαγγελιώ παντρεύτηκε και έβαλε αστυνόμο και έβαλε γούνα αλεπού στον ώμο…» μετά τον γνώρισα με τον Νίκο τον Μαμαγκάκη, το δάσκαλό μου και φίλο μου και κάνανε τον «Ερωτικό». Ήμουν όμως η αφορμή που βρέθηκαν ο Νίκος Παπαζογλου και ο Ρασούλης, αρχίζω και τα λέω αυτά. Και πραγματικά, αυτοί «μεγαλώσανε» πολύ το ελληνικό τραγούδι, μαζί με τον Ξυδάκη, μετά. Καμία σχέση με τον Άσιμο. Μιλάμε για τεράστιες προσωπικότητες.

Με τον Γιάννη Ρίτσο στο σπίτι του στην οδό Κόρακα
Με τον Ντέμη Ρούσο

-Οι Έλληνες σήμερα πρωτοπορούν και πώς; Μιλάμε συνεχώς για το brain drain. Ο Λάνθιμος έχει πει «έπρεπε να φύγω από την Ελλάδα να να κάνω αυτό που ήθελα».

Υπάρχουν σήμερα φοβεροί Έλληνες, θεωρώ τον Λάνθιμο αξιολογότατο. Πολύ υψηλού επιπέδου σκηνοθέτη. Ήξερα τον πατέρα του γιατί είμαι και μπασκετικός. Τον θεωρώ πολύ μεγάλο καλλιτέχνη όπως και όλους τους Έλληνες που πήγαν στο εξωτερικό και στάθηκαν είναι κάτι πολύ δύσκολο, τον Βαγγέλη Παπαθανασίου και τους Aphrodite Child, τον Νανόπουλο, τον Ντέμη Ρούσσο, τον Λουκά Σιδερά. Ειναι πολλοί οι διαπρεπείς Έλληνες. Αυτή η Ελλάδα έβγαλε την μεγαλύτερη τραγουδίστρια στον κόσμο την Μαρία Κάλλας. Που δεινοπάθησε με τον Ωνάση και εμβολίστηκε η προσωπικότητά της.

-Με την Μαρία Κάλλας έχετε γνωριστεί. Πώς προέκυψε η συνάντησή σας;

Ήμουν 15 ετών και ο φίλος μου ο Σωκράτης ο Πετρόχειλος ο αδερφος εξ’ αγχιστείας του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα είχε ένα μαγαζί στη Μύκονο. Ο Σωκράτης συχνά, υπερέβαλλε για μένα. Κάποτε η Κάλλας πήγε στο μαγαζάκι του, της άρεσαν πολύ τα faux κοσμήματα που έφτιαχνε εκεί, με τα χεράκια του. Και της είχε πει «έχω έναν φίλο που είναι συνθέτης και που είναι διαπρεπής» εγώ όμως, ήμουν παιδί ακόμα. Και ξαφνικά, μου λέει «μίλησα με την Κάλλας και θέλει να σε γνωρίσει». Δεν το πίστεψα, το «θέλει να σε γνωρίσει», δεν ξέρω αν ήταν δικιά του κουβέντα ή της Κάλλας. Και πράγματι, πάω και βλέπω την Κάλλας τη συγκεκριμένη μέρα που μου είπε. Με αγκάλιασε και είπε «αυτό είναι παιδάκι!». Της λέω έχω κάνει ένα δίσκο ασχολούμαι με την μουσική σας θαυμάζω… Μάλιστα με ρώτησε τι είχα ακούσει τελευταία και είπα την Αΐντα που υπήρχε σε δίσκο. Αυτή ήταν η γνωριμία μας. Η Κάλλας ήταν παγκόσμια σταρ και υποκλινόταν όλος ο κόσμος στην ελληνικότητα που κουβαλούσε.

-Γνωρίσατε και συνεργαστήκατε όμως και με την Εθνική σταρ, την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για την προσωπικότητά της;

Με την Αλίκη Βουγιουκλάκη γνωριστήκαμε την εποχή που ανέβασε το «Καμπαρέ» που σκηνοθετούσε ο Δημήτρης Ποταμίτης, μια επίσης για εμένα κομβική προσωπικότητα που έγραψα πολλές μουσικές και έχω παίξει σε πολλές παραστάσεις του στο θέατρο έρευνάς του. Με πήρε μαζί του για να βοηθήσω λίγο στη μουσική διδασκαλία των τραγουδιών των οποίων τη διασκευή είχε κάνει ο Γιώργος Κατσαρός. Επειδή είδε η Βουγιουκλάκη την εγρήγορση που με διακατείχε, πρόλαβα να διδάξω τους ηθοποιούς πάρα πολύ γρήγορα, την ίδια μέρα μας πήγε στον Διόνυσο και μας έκανε το τραπέζι. Δεν είχα ξανασυνεργαστεί μαζί της αλλά συναντιόμαστε πολλές φορές και στο σπίτι της, στη Στησιχόρου και στο Θεολόγο. Ήταν ένα σεμνό, αιώνιο κορίτσι. Τέτοια προσωπικότητα ήταν η Βουγιουκλάκη. Φίλη αγαπημένη, δεν είναι τυχαίο που ενώ έχει φύγει από τη ζωή πάνω από είκοσι χρόνια, υπάρχουν ακόμα και δεκάχρονα παιδιά που τη λατρεύουν. Ήταν η επιτομή της χαράς και της ομορφιάς, όχι της σεξουαλικής ομορφιάς. Κάναμε πολύ παρέα, μου εμπιστευόταν πράγματα, κάποια στιγμή τα έφτιαξε με το φίλο μου τον Μπονάτσο, ήμουν η αφορμή που γνωριστήκανε ένα βράδυ.

-Ξεκινήσατε το θέατρο με την Τζένη Καρέζη;

Ξεκίνησα στο θίασο με την Τζένη Καρέζη, ήμουν μουσικός και ηθοποιός σε ένα έργο που υπέγραφε ως Παυλίνα Μπόταση. Είχε βάλει ψευφώνυμο ως συγγραφέας γιατί όπως λέω και ξαναλέω συνέχεια οι Έλληνες δεν μπορούν να αποδεχτούν την πολυδιαστατικότητα. Οι άνθρωποι είμαστε πολυδιαστατικοί και μας θέλουν μονόχνωτους και μονοδιαστατικούς. Πριν όμως από αυτό έχω εμφανιστεί στο κρατικό θέατρο Βορείου Ελλάδος σε μια παράσταση έρευνας για τον Μολιέρο, του Μίνωα Βολανάκη, ενός ανθρώπου από τον οποίο έχω πάρει πάρα πολλά. Η τέχνη είναι και έρευνα, μη κοιτάς που δε γίνεται. Δεν υπάρχει όμως Ακαδημία Τεχνών στην Ελλάδα και είναι είναι κατάπτυστοι οι κυβερνώντες που δεν έχουμε στη χώρα -γεννήτορα των τεχνών. Οι Τούρκοι από τους οποίους έχουμε τραβήξει και τραβάμε πάρα πολλά έχουν πέντε Ακαδημίες Τεχνών.

-Μιας και μιλάμε για παθογένενειες των Ελλήνων, ποια είναι τα χαρακτηριστικά του «Ελληναρά» που ενδεχομένως να σας ενοχλούν;

Έχω γράψει και τραγούδι το οποίο τραγουδάω με τον Σταρόβα. Ο Ελληναράς είναι ο φαλοκράτης, ο μάγκας, ο γκόμενος, αυτός που παίρνει πούρα και χρεώνεται αμάξια για να πουλήσει μούρη. Είναι αυτός που μπαίνει στο σπίτι και είναι ο αφέντης, είναι η γυναίκα που μπαίνει στην πορνικότητα της εμφάνισής της για να προκαλέσει. Και αγαπώ πολύ την θηλυκότητα, την αγαπώ και τη φροντίζω. Ξεκινώντας από τη μάνα, την ερωμένη, τη φίλη και βέβαια και την Ελλάδα. Λέμε είναι γένους θηλυκού γι αυτό και θέλουν να την πηδήξουν όλοι! Και ξένοι και ντόπιοι. Αυτό λέμε στην παράσταση.

-Πόσο μοιάζει ο Έλληνας πια με τον «καλό μας άνθρωπο», τη φιγούρα εκείνη του Θανάση Βέγγου που μοχθούσε με αξιοπρέπεια. Είναι πολυμήχανος και ανατρεπτικός όπως εκείνος;

Όχι δεν είναι. Υπάλληλος έχει γίνει ο Έλληνας ατομιστής και δεν είναι πολίτης. Με τον Βέγγο η πρώτη συνεργασία μου ήταν στο Δελφινάριο το 1987, με την παράσταση «Αντριάν Εξπρές», Ήταν τότε που η Ελλάδα σήκωσε το ευρωπαϊκό, παίζαμε και ακούγαμε τα βαρελότα μέσα στο Δελφινάριο. Εξαιρετικός συνεργάτης, μετά γίναμε φίλοι οικογενειακοί και με τη γυναίκα του. Έπαιξα και στα «Βεγγαλικά» όπου εκείνος έκανε τον λήσταρχο Νταβέγκο και εγώ τον λήσταρχο Νταβέλη. Ο Βέγγος ήταν μια προσωπικότητα που δεν ανήκε σε καμία ομάδα. Ούτε ηθοποιός ήταν ούτε περφόρμερ ήταν, ήταν ο Βέγγος. Θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς τι δουλειά κάνεις και να απαντήσεις κάνω το Βέγγο. Ένας άνθρωπος γαλανομάτης, με τρομερό φως στα μάτια που θεωρώ πατέρα ας πούμε. Τέτοια λογική είχε… μια πατρότητα. Αγαπούσε τους ηθοποιούς, την τέχνη του, ήταν συντροφικότατος έπειρνε θέσεις για τα πράγματα και ήταν απογοητευμένος από τον τρόπο που του συμπεριφέρθηκε η ζωή. Βρέθηκε να χρωστάει. Κανένα κράτος δεν του συμπαρασάθηκε για το χρέος που είχε στο ΙΚΑ. Και δεν ήταν χρέος που «το έφαγε». Δεν πήγαν καλά κάποιες ταινίες που έκανε και βρέθηκε να χρωστάει. Πέθανε φτωχός.

-Τσιτσάνης. Άλλος ένας σπουδαίος Έλληνας τον οποίο έχετε γνωρίσει και προσωπικά.

Ήμουν πιτσιρικάς, 9 ετών ήταν παραμονή των Φώτων και πήγαινα στην εκκλησία, είχα ένα παπά φίλο τον Γεράσιμο Ματσουλάτο, εξαιρετικό θεολόγο. Και όπως αγιάζαμε λέγαμε το «Εν Ιορδάνη βαπτιζόμενου σου κύριε» έρχεται μια κυρία ευγενεστάτη και λέει ο κυρ Βασίλης κοιμάται ελάτε επάνω. Τον χτυπάει, ξυπνάει και βλέπω τον Τσιτσάνη. Και μου κόβονται τα πόδια! Το παρατηρεί ο Τσιτσάνης και λέει «παιδάκι μου τι σου συνέβη;» Και απαντώ «τίποτα κύριε». «Ο Τσιτσάνης είστε;» ρωτώ και λέει ναι. «Και πού με ξέρεις εσύ μωρό παιδί» και του λέω από τα τραγούδια σας. «Ποια τραγούδια;» Και του λέω καμιά εικοσαριά. Μου απαντά «αυτά είναι τα σουξέ. Ξέρεις άλλα; Ξέρω άλλα». Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία. Μετά βρισκόμαστε, πήγαινα και στις ηχογραφήσεις στην Κολούμπια. Ο Τσιτσάνης ήταν ένας εξαιρετικός λόγιος, πολυγραφότατος σε στίχο και σε μουσική. Για μένα νομίζω ήταν η κορυφαία μουσική φυσιογνωμία γιατί ενέταξε μέσα στο έργο του και την προσφυγιά, αυτά που φέρανε οι πρόσφυγες, οι Έλληνες που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη μετά την καταστροφή. Ήταν μια περίπτωση στη ζωή μου καθοριστική. Πήγαινα στο χάραμα τον έβλεπα με την Μπέλου. Επίσης, ο Νίκος ο Μαμαγκάκης ήταν για μένα μια σπουδαία ελληνική μορφή στην μουσική. Αυτός είχε έναν κύκλο με μεγάλους ποιητές, όπως ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Γνωρίζεις ας πούμε, ως πιτσιρίκος τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Και δε ξέρεις ποιος είναι γιατί δεν έχει πει ποτέ ο κύριος Ανδρέας ότι είναι ο Εμπειρίκος. Και το μαθαίνω όταν πεθαίνει… «Πέθανε ο Ανδρέας Εμπειρίκος». Δεν ήξερα μέχρι τότε ποιος είναι.

Πρώτη χρονιά του «ΑΧ ΜΑΡΙΑ» το 1980

-Έχετε τραγουδήσει με τον Μάνο Χατζηδάκι;

Τραγούδησα μαζί του στο Πολύτροπο, δεν με πήρε μαζί του όμως, στη συνέχεια γιατί είχε έρθει στο «Αχ Μαρία» που του άρεσε πάρα πολύ, τον είχα καλέσει εγώ. Αλλά μου είχε πει «Γιάννη εσύ πια έχεις πάει στο χώρο της διασκέδασης που δε με αφορά καθόλου». Δεν ήθελε να συνεργαστούμε αλλά το αποδεχόμουν πλήρως. Το περισσότερο φως στη ζωή μου το έχω από εκείνον. Ευφυέστατος, ιδεολόγος, δε χαριζόταν σε κανέναν, χρησιμοποίησε την εξουσία και τις γνωριμίες του όχι για την πάρτη του αλλά για να διαμορφώσει το ραδιόφωνο της ΕΡΤ στο τρίτο πρόγαραμμα, στήριξε μουσικούς που μετά έκαναν καριέρα όπως η Λένα Πλάτωνος, η θαυμαστή, ο Μαραγκόπουλος, η Μαριανίνα η Κριεζή με την Λίνα Νικολακοπούλου. Και συνέχεια όλων των μεγάλων αυτών δημιουργών όπως ο Τσιτσάνης ας πούμε, είναι για μένα ο Χρήστος Νικολόπουλος, ένας μεγάλος συνθέτης.

donate: Κάνε μια δωρεά στο blog paypal.me/kogior

Τα τελευταία άρθρα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: