Ζωή χωρίς απόλαυση, σαν σακαράκα

Δεν ήταν ο τύπος που του άρεσαν οι πολυτέλειες μα έλα που δεν τις είχε γευτεί σχεδόν ποτέ στη ζωή του. Αλήθεια έχει νόημα μια ζωή γεμάτη στερήσεις σκεφτόταν πολλές φορές αναθεματίζοντας τη μοίρα του. Σε έναν τέτοιο λογισμό, σε έναν απογευματινό περίπατο στην πόλη την συνάντησε ντυμένη στα κόκκινα, να τον κοιτά με τα μεγάλα της μάτια όλο νόημα. Εκείνη τη στιγμή το μυαλό του μαγεύτηκε και πρέπει να ήταν ένα από τα πιο λίγα  χτυποκάρδια στη ζωή του… την ήθελε όσο τίποτε άλλο ήταν αυτή που θα αναπλήρωνε κάθε ματαιωμένο πόθο της ψυχής του. Γυρνώντας στο σπίτι το είχε αποφασίσει. Θα χτυπούσε το χέρι στο τραπέζι και θα το έλεγε στη γυναίκα του. Κεραυνοβόλος έρωτας. 

Εκείνη σίγουρα θα έβαζε τις φωνές,θα ούρλιαζε και θα έκανε πως ήθελε να τα σπάσει όλα στο σπίτι. Δε θα τα έσπαγε όμως η κυρα Μάρω ήταν πάντα υπολογίστρια ήξερε πως την επόμενη μέρα της μάχης, θα ήταν εκείνη που θα έπρεπε να να τα μαζέψει, να καθαρίσει και έπειτα να σκεφτεί πώς θα αναστήσει το σπιτικό της και πού θα βρει ξανά λεφτά για μα αγοράσει το πορσελάνινο βάζο το γυάλινο σερβίτσιο και κυρίως τα μπιμπελό που πριν πολλά χρόνια αγόρασαν στις πρώτες καλοκαιρινές διακοπές τους στην Αίγινα. Με λίγα λόγια ήξερε πως ο καημός του κυρ Σταύρου για την ομορφονιά με τα κόκκινα θα έσβηνε στο άψε σβήσε ό,τι και αν έλεγε εκείνος και όποια όνειρα και αν έκανε εκείνο το βράδυ.

-Με λίγα λόγια η μάνα σου είχε το πάνω χέρι…

-Αυτό να λέγεται. Η Μάρω δεν άφηνε τα πράγματα στην τύχη τους. Χωρίς εκείνη δε θα υπήρχε σπίτι. Αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα δεν έγιναν όπως τα περίμενε… ο Σταύρος έτσι όπως γυρνούσε από τη δουλειά λερωμένος, λουσμένος στον ιδρώτα νευρίαζε όλο και πιο πολύ. Ποιος θα μπορούσε να την έχει; ένας γραβατωμένος, ένας πορτοφολάς από εκείνους που πιάσαν την καλή και καμώνονται τους δουλευταράδες. Μπορούσε εύκολα να φανταστεί έναν από δαύτους. Με κολλαριστό γιακά και λευκό πουκάμισο στην τέντα, να κομπάζει για το πως άρπαξε την ευκαιρία για το πώς άδεαξε τη μέρα λες και η μέρα είναι παπάς που τον πιάνεις από τα αρχίδια. Οι σιελογόνοι του αδένες θα ήταν καλοδουλεμένοι, γλείψε τον κοινοτάρχη γλείψε το βουλευτή και φτύσε το γείτονα τον αδερφό θα είχε μάθει καλά πως δεν ταξιδεύεις πρώτη θέση στη ζωή, με το σταυρό στο χέρι.

Εκεί γύρω στα πενήντα πέντε του χρόνια κατάλαβε πως μοιάζει με το μέρμηγκα που μάζευε το καλοκαίρι κάποιας νιότης για να κάνει το τζίτζικα και να τραγουδά πια πως η ζωή είναι ωραία. Τέτοιους τύπους προτιμούν οι ανοιχτομάτες οι κοκκινοφορεμένες. Τέτοιους άνδρες με άλφα.μικρό κοιτάνε ακόμα και οι σακαράκες όπως η Μάρω.

-Και τώρα που βρίσκεται η ερωτιάρα; Ζει;

-Εκεί που πάμε τώρα θα τη δεις. Ζει αλλά δε βασιλεύει όπως άλλοτε. Θα σου κάνει εντύπωση αλλά μη ξεγελαστείς από τις ρυτίδες της, ξέρεις πόσους άνδρες έχει ξελογιάσει η παλιόγρια; Πόσα σπίτια έχει κλείσει η γριά πουτάνα; Όμορφη είναι ακόμα. 

-Ο παππούς μίλησε στη γιαγιά Μάρω τελικά;

Όταν μπήκε στο σπίτι και με την εικόνα του ξάδερφού του του πορτοφολά να χαϊδεύει τη λεγάμενη και να καμαρώνει σα γύφτικο σκεπάρνι ήταν κάτι παραπάνω από ξαναμμένος. Και πάνω που η κυρά του τού σέρβιρε τη φασολάδα της το ξεφούρνισε ορθά κοφτά. «Τη θέλω θα την πάρω». Η κυρά Μάρω στάθηκε έκπληκτη για μια στιγμή και έπειτα αντί για ουρλιαχτά έβαλε τα γέλια. Το γέλιο της τον πλήγωσε περισσότερο από κάθε φωνή δυνάμωνε συνέχεια για να καταλήξει στην ατάκα.. τι λες ρε ξεδοντιάρη τι να την κάνεις εσύ αυτή, πού να την κυκλοφορήσεις και να.μη γίνετε και οι δυο σας ρεζίλι; Πού θα τα βρεις ρε βλάκα τα λεφτά για να την κερδίσεις εσύ; Πώς άλλαξε έτσι η Μάρω και πόσο έγινε σκληρή. Η Μάρω που στην Αίγινα τον κοίταζε στα μάτια σε κάθε του κουβέντα και έλεγε το πάντα θα είμαστε μαζί λες και είχε μόλις τον κόμη δράκουλα που ήλπιζε να ζήσει τόσο πολύ ώστε να μπορέσει να της ρουφήξει όλο της το αίμα και στο τέλος να της πάρει την ψυχή.

-Πατέρα αυτές τις βλακείες τις έλεγες λαι στη μητέρα; Γι ‘ αυτό χωρίσατε;

-Χα. Να μιλάς με μεγαλύτερο σεβασμό είπε ο παππούς σου στη Μάρω και πείσμωσε πολύ. Εκείνο το βράδυ δεν κοιμήθηκε. Ήξερε πως αν έκανε τη λεγάμενη δική του η κυρα Μάρω θα τον εκτιμούσε πιο πολύ. Σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν, στριφογύριζε στο κρεβάτι όλο και πιο πολύ και μέχρι το πρωί δε.μπόρεσε να βρει άλλη διέξοδο από εκείνο στο οποίο όλη του τη ζωή είχε αποτύχει. Έπρεπε να γίνει έστω και ξώφαλτσα πορτοφολάς… τουλάχιστον έτσι να δείχνει. Έτσι ο κυρ Σταύρος αργούσε να μας έρθει σπίτι το βράδυ δούλευε όλο και πιο πολύ. Από τα χωράφια στο συνεργείο και από εκεί πάλι στις ελιές για μεροκάματο. Που θα πήγαινε θα τα έβγαζε τα λεφτά για να την αποκτήσει. Η Μάρω τον κοίταζε αποσβολωμένη. «Κακομοίρη» ψιθύριζε κάθε βράδυ μετά το πολύ βραδινό του φαγητό. Εμείς τον βλέπαμε όλο και πιο σπάνια κοιμόμασταν νωρίς για το σχολείο. Πρέπει να πέρασε πολύς χρόνος που γινόταν αυτή η ιστορία. Και τα λεφτά δεν μαζεύονταν, μόνο τρεις χιλιάδες είχε στα χέρια του για να το σκάσει μαζί της και να την ταξιδέψει στα πιο όμορφα μέρη του κόσμου. 

Όσπου πήρε τη μεγάλη απόφαση. Αφού δεν μπορούσε να την κερδίσει θα την έκλεβε παρά τη θέλησή της, με το έτσι θέλω. Θα έμπαινε ένα βράδυ και θα την άρπαζε χωρίς να το καταλάβει κανείς. Θα την έπαιρνε και θα έφευγαν μακριά. Κουβέντα δεν είπε φυσικά στη γυναίκα του ούτε και σε εμάς. Θα ήταν Κυριακή βράδυ όλοι θα είχαν πέσει για ύπνο νωρίς θα ήταν πρώτη φορά στη ζωή του που δε θα τον έμελλε το μεροκάματο της Δευτέρας. Και έτσι, μαζί της όλα έπαιρναν τη σειρά τους. Μαζί της θα έχανε την τιμιότητά του αλλά η ομορφιά της θα γέμιζε όλα τα άδεια χρόνια του με τα βάσανα με τις σκοτούρες Ποιος νοιάστηκε για την τιμιότητα; Έφαγε ή ήπιε ποτέ κανείς με αυτή; Ποτέ ένα ευχαριστώ ποτέ μια καλή κουβέντα δεν άκουσε σαν τίμιος που ήταν. Μα και αν την έκλεβε πώς θα την κουβαλούσε; Και αν έβρισκε συνεργό και την ερωτευόταν και εκείνος; Ούτε λόγος να τη μοιραστεί μαζί του. Ξεκίνησε λοιπόν για να κατέβει στην αγορά. 

Η αγωνία έκανε τα πόδια του να τρέμουν και τη ψυχή του να σπαρταρά μέσα στο στήθος του. Και αν τον έπιαναν στα πράσα να κάνει την παρανομία; Η ζωή θέλει τόλμη έλεγε και ξανάλεγε από μέσα του παρηγορητικά. Και έτσι, μουρμουρίζοντας και παραπατώντας έφτασε μπροστά της… κοίταξε μέσα και εκείνη πουθενά! Είχε φύγει. Επωλήθη η σακαράκα. Την πήρε άλλος. «Ούτε για μια παρανομία δεν είσαι άξιος» θα του έλεγε η Μάρω χλευάζοντάς τον, αν ήξερε τι πήγε να κάνει εκείνο το βράδυ. «Θες και βόλτες σε όλο τον πλανήτη, κακομοίρη». 

Η Μάρω όμως δεν είχε και όρεξη πολύ. Επιστρέφοντας δεν έβγαλε κουβέντα. Πήγε από νωρίς για ύπνο κάνοντας πως κοιμάται βαθιά. Μόνο το πρωί την άκουσε στην κουζίνα να κλαίει με λυγμούς. «Μάρω τι έγινε; Γιατί κλαις;» Τρόμαξε ο πατέρας.  Ένας φάκελος με κακά μαντάτα βρισκόταν στα χέρια της. Η Μάρω ήταν άρρωστη βαριά αλλά κανείς ούτε και η ίδια δεν το είχε καταλάβει. Απαρηγόρητη του είπε: «δεν έχουμε λεφτά Σταύρο, ας φύγω καλύτερα χωρίς να προκαλέσω άλλη δυστυχία στην οικογένεια, στα όνειρά σου». Τρεις χιλιάδες, σπουδαίο τότε ποσό για έναν μεροκαματιάρη, ικανό για να σώσει μια ζωή. 

-Τρεις χιλιάδες; Να εδώ Μάρω μου… Εδώ τα έχω. 

Η Μάρω γιατρεύτηκε και έγινε καλά. Ο Σταύρος τελικά ταξίδεψε σε όλο τον πλανήτη, γεύτηκε όλες τις ομορφιές, κατέκτησε όλες τις απολαύσεις. Η γυναίκα του ήταν εκεί, γερή, χαμογελούσε, κατάλαβε τι σημαίνει ζωή. Α να και η λεγάμενη φτάσαμε…

-Γι αυτή έγινε όλη η φασαρία; Εντάξει εντυπωσιακή δε λέω, μα ένα κομμάτι παλιοσίδερα είναι ρε πατέρα… 

-Άσε που δεν μπορεί πια να κουνηθεί. Την είχε αγοράσει τελικά ο ξάδερφος με τα λεφτά, τη χάρηκε όσο μπορούσε ο μακαρίτης. Τώρα κοίτα τη και θα καταλάβεις γιατί στην οικογένεια δε συμπαθούμε και πολύ τα… «ακριβά αυτοκίνητα». Κανείς δεν υποψιάζεται τη σκουριά που θα φέρει η ομορφιά τους και πασχίζουν μια ζωή για να τα αποκτήσουν . 

amaxi

 

 

donate: Κάνε μια δωρεά στο blog paypal.me/kogior

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: