Το στοιχειωμένο σπίτι που ρούφαγε ψυχές

‘Ηταν ένα σπίτι στοιχειωμένο. Ένα παλιό σπίτι στοιχειωμένο. Το ζευγάρι που έμενε εκεί δεν είχε παιδιά… όταν πέθαναν κανείς δεν κατάλαβε το θάνατό τους και τους ανακάλυψαν μετά από πολύ καιρό. Η περιουσία τους, μαζεμένη ολόκληρη σε ένα πουγκί με λίρες αγγλικές βρίσκεται ακόμα εκεί… όσοι προσπάθησαν να την πάρουν μπαίνοντας στο στοιχειωμένο σπίτι δε βγήκαν ποτέ». O Aντρέας χαμογέλασε διαβάζοντας την τρομακτική ιστορία. Αν ήταν τόσο εύκολο να στοιχειώνουν τα σπίτια, αν ήταν τόσο εύκολο να βρίσκεις στις ημέρες μας πουγκιά με χρυσό, τότε κανείς από ετούτον εδώ τον τόπο δε θα είχε απομείνει. Φιλόξενοι αλλά λίγο άπληστοι οι κάτοικοί του κατά γενική ομολογία όλης της παρέας των φετινών διακοπών. Η Μαρία έδωσε πέντε ευρώ για μια οδοντόκρεμα τις προάλλες στο ψιλικατζίδικο! Θα άφηναν ένα ολόκληρο πουγκί με λίρες ανεξερεύνητο;

Μέρα μεσημέρι και ο ήλιος τον είχε βαρέσει κατακούτελα. Οι μεσημεριανές βόλτες από μικρό παιδί του άρεσαν πολύ. Απομακρυνόταν από την οικογένεια, από την παρέα και περπατούσε μόνος, για να ανακαλύψει όλα όσα δεν ανακάλυπταν οι άλλοι την ώρα της σιέστας. Τα μεσημέρια ήταν η αγαπημένη ώρα των διακοπών για εκείνον αλλά πόσα χρόνια είχαν περάσει από τότε που ανακάλυπτε τον κόσμο… Κάποτε όλα φάνταζαν καινούργια, ένας τόπος και η φύση αρκούσαν να να εξάψουν την περιέργεια και το ενδιαφέρον του. Όσο περνά ο καιρός, όλα μοιάζουν να παίρνουν το δρόμο της φθοράς, όλα μοιάζουν να είναι λιγότερο ενθουσιώδη, περισσότερο ρεαλιστικά, σα να χάνουν ολάκερη τη γοητεία τους. Ίσως αυτή η νοσταλγία των παιδικών και εφηβικών του καλοκαιρινών αναζητήσεων, τότε που όλα έμοιαζαν να έχουν νόημα να ήταν που τον έβαλε σε πειρασμό: Να φτιάξει ένα παραμύθι να έχει να διηγηθεί στην παρέα του το βράδυ, όταν θα πίνουν μαζί ποτό. «Μπήκα, σε ένα στοιχειωμένο σπίτι» θα τους έλεγε σχεδόν σοκαρισμένος μα γεμάτος περηφάνια για το κατόρθωμά του.

stoixiomeno

Προχώρησε προς το έρημο δίπατο περνώντας προσεκτικά ανάμεσα στις φραγκοσυκιές που είχαν φράξει την είσοδο και στάθηκε μπροστά στο κτίσμα. Αρχοντικό με τα όλα του. Οι μαυρισμένες πέτρες, τα σπασμένα παντζούρια οι πόρτες δεν μπορούσαν για να κρύψουν την αίγλη που κουβαλούσε πάνω του: οι γύψινες διακοσμήσεις πρόδιδαν όλα όσα ο χρόνος προσπαθούσε να κρύψει. Ναι, όντως σε αυτό το σπίτι έπρεπε να υπήρχαν κάποτε λίρες!

Ανέβηκε τα σκαλιά γρήγορα, έκανε τάχα πως φοβόταν, σκεπτόμενος τη περιγραφή που θα έδινε στους φίλους του. Από τον πρώτο όροφο η θέα ήταν εκπληκτική! Ολόκληρη η πεδιάδα μέχρι τις παρυφές του βουνού απλωνόταν στα πόδια του.

«Τι ζητάς εδώ;»

Πετάχτηκε τρομαγμένος από τη φωνή. Πίσω του μια γριά τον κοιτούσε επιθετικά.

«Ε, νόμισα πως ήταν άδειο το σπίτι και … ζητώ συγνώμη δεν ήξερα ότι κατοικείται!»

«Φυσικά και κατοικείται» απάντησε η ηλικιωμένη και ξαναμπήκε μέσα. Η πόρτα έμεινε μισάνοιχτη. «Τι ήταν τώρα αυτό, σε λάθος σπίτι ήρθα;» Η περιέργεια τον έτρωγε, κοίταξε μέσα για να της εξηγηθεί αλλά κυρίως για να δει το εσωτερικό του. Το θέαμα, τον άφησε με το στόμα ανοιχτό! Οι ταπετσαρίες με τα χρυσά λουλούδια έμοιαζαν καινούργιες, σκαλιστά καλογυαλισμένα έπιπλα υφάσματα μεταξωτά στους καναπέδες… «Μα είναι δυνατόν; Εδώ μέσα;» Και το πορτραίτο μιας πολύ όμορφης γυναίκας στον τοίχο… «Να είναι άραγε η γριά; Πού είναι η γριά;» Η πόρτα πίσω του έκλεισε δυνατά διακόπτοντας τις σκέψεις του. Τώρα το πράγμα άρχισε να γίνεται όντως τρομακτικό. Από την εσωτερική σκάλα ακούστηκαν βήματα. Ο Ανδρέας ακολούθησε τον ήχο κατέβηκε και αυτός στο ισόγειο… Σκοτάδι!

-Ψάχνεις και εσύ τις λίρες;

-Όχι δεν πιστεύω σε αυτά, μπήκα από περιέργεια και σας ζητώ συγνώμη… Εσείς κλείσατε την πόρτα;

spiti2

-Εγώ έχω το χρυσό. Θες να τον δεις; Δε μένω μόνη μου εδώ μέσα. Μπήκα πολλά χρόνια πριν, ήμουν νέα τότε, όχι πολύ νέα αλλά τόσο νέα όσο εσύ. Γι ‘ αυτό διάλεξαν εμένα να σου μιλήσω. Είναι που ψάχνεις το χρυσό της νιότης. Είναι και άλλοι πολλοί εδώ μέσα, αν ανοίξω τα παντζούρια και μπει φως θα τους δεις. Θες να ανοίξω τα παντζούρια; Κάτσε να δεις.

Ο Ανδρέας όμως κοίταξε προς τα έξω, λίγο που φοβόταν, λίγο που ήθελε να καταλάβει αν όλα όσα ζούσε γίνονταν σε αυτό τον κόσμο ήταν αληθινά… Το βλέμμα του έπεσε στο δρόμο που βρισκόταν πριν λίγη ώρα: Είδε τον ίδιο του τον εαυτό! Νεότερο κατά δέκα χρόνια να κοιτά με περιέργεια το σπίτι πίσω από τις φραγκοσυκιές, κάτι να σκέφτεται και έπειτα να φεύγει, πού πάει;

«Μπήκα, σε ένα στοιχειωμένο σπίτι, θα τους πω το βράδυ!» τον άκουσε να λέει δυνατά καθώς απομακρυνόταν.

«Κάθε μέρα εδώ και δέκα χρόνια η ίδια ιστορία ακόμα να καταλάβεις, τα ίδια και τα ίδια λέμε και ξαναλέμε. Λοιπόν, θες να ανοίξω και άλλο τα παντζούρια να δεις πόσοι είμαστε εδώ; είπε αγανακτισμένη η γριά.

donate: Κάνε μια δωρεά στο blog paypal.me/kogior

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: