Το κείμενο του Χωμενίδη για τον Μικρούτσικο που ξεσήκωσε αντιδράσεις

Ένα άρθρο του Χωμενίδη στα Νέα για τον Θάνο Μικρούτσικο και την επίδραση που είχε το έργο του στους νεοέλληνες έχει ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών -πού αλλού- στο διαδίκτυο.

«Η ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ ΕΣΥ ΜΟΝΑΧΟΣ ΕΙΣΑΙ
Μεταμορφώνοντας τα ποιήματα του Νίκου Καββαδία σε τραγούδια ο Θάνος Μικρούτσικος πέτυχε το πιο σημαντικό. Να φωτίσει, να αναδείξει τον στίχο, ενίοτε να ξεκλειδώσει και κρυφά νοήματά του. Να εξοικειώσει προσέτι τους ακροατές με ένα ιδίωμα ναυτικό, γεμάτο άγνωστες λέξεις. Δεν ήταν εύκολο αυτό, κάθε άλλο. Αφότου ξεκίνησαν παρ’ημίν οι μελοποιήσεις, από τα τέλη των 50’ς με τον «Επιτάφιο» του Ρίτσου και του Θεοδωράκη (το 1926 ο Δημήτρης Μητρόπουλος είχε βάλει μουσική σε δεκατέσσερα ποίηματα του Καβάφη, η εργασία του ωστόσο δεν έφτασε στο πλατύ κοινό), πολλοί συνθέτες αποπειράθηκαν να συνδεθούν με κάποιον ταλαντούχο ποιητή. Κάποιοι είχαν την κατάληξη των πρωτόβγαλτων ταυρομάχων που το θηρίο τούς γκρεμίζει από τη ράχη του και τους ποδοπατάει ανελέητα. Άλλοι -σαν τους κακούς μαγείρους που φλομώνουν τα φαγητά στις σάλτσες- πασάλειψαν τους στίχους με τις νότες τους, τούς κατήντησαν αγνώριστους. Λίγων το αποτέλεσμα στάθηκε ευτυχές. Ανάμεσά τους αναμφίβολα συγκαταλέγεται ο «Σταυρός του Νότου». Και ξαφνικά βρεθήκαμε να τραγουδάμε για το καραντί που θα μάς μπατάρει, για τον πυρετό στους τροπικούς και για του Ρίο τη μαλαφράντζα… Η συγκυρία ήταν απολύτως ευνοϊκή για κάτι τέτοιο. Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, η Ιστορία μας γύριζε σελίδα. Μπαίναμε στην ΕΟΚ (πρόδρομο της Ευρωπαϊκής Ένωσης), ξέφευγαμε -οριστικά έμοιαζε- από τη φτώχεια και την υπανάπτυξη. Η πατρίδα δεν θα έδιωχνε πλέον τα παιδιά της στις φάμπρικες της Γερμανίας και στου Βελγίου τις στοές, δεν θα τους έβγαζε φυλλάδιο για να μπαρκάρουν και να στέλνουν εμβάσματα, με τα οποία θα ζούσε η οικογένεια στο νησί. Είχαμε πιά την ψυχική πολυτέλεια όχι απλώς να συμφιλιωθούμε αλλά και να μυθοποιήσουμε τα τραύματα του παρελθόντος. Να κάνουμε τον πόνο άρπα όπως θα’λεγε ο Καρυωτάκης. Εάν η ναυτοσύνη μας υμνήθηκε όπως τής άξιζε, το ίδιο δεν συνέβη με το έπος τής μετανάστευσης. Εκεί μονάχα «Θείες από το Σικάγο» βλέπαμε και πικραμένες «Νύφες». Ίσως τα επιτεύγματα των ομογενών παραήταν εντυπωσιακά για να τα αποδεχθούν οι απόγονοι εκείνων που είχαν μείνει στα χωριά τους – πώς αλλιώς να ερμηνεύσουμε ότι σχεδόν αποσιωπάται πως εκτός από τον Μάικλ Δουκάκη και η Μαρία Κάλλας και ο Ελία Καζάν και ο Νίκος Γκάλης υπήρξαν Ελληνοαμερικάνοι; Ίσως απλώς να μην έχει έρθει ακόμα η ώρα να γραφτεί, να τραγουδηθεί, να κινηματογραφηθεί η ιστορία του παιδιού που ξεριζώθηκε από τον Μοριά, την Ήπειρο, τη Μικρασία και διέπρεψε στην Αμερική ή στην Αυστραλία… Για να επιστρέψουμε στον Καββαδία και στον Μικρούτσικο, συνέβη το εξής διόλου παράδοξο. Όσο απομακρύνονταν οι Έλληνες από τον γενάρχη τους Οδυσσέα, «τον άντρα τον πολύτροπο», και βούλιαζαν στην τρυφηλή ζωή των διορισμών και των επιδοτήσεων, τόσο μεράκλωναν με τον «Σταυρό του Νότου». Οι σχολές του εμπορικού ναυτικού άδειαζαν από σπουδαστές – «πού να θαλασσοπνίγεται το παιδί; ο βουλευτής μας θα τον βολέψει σε γραφείο με σφραγίδες!». Στις μουσικές όμως σκηνές οι θαμώνες τρέκλιζαν (βοηθούσε και το αλκοόλ) λες κι είχαν μόλις δέσει το καράβι τους. Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας. Μπαίνοντας στο 2020, ευελπιστούμε ότι χάρη στην κρίση οι Έλληνες έχουν απαλλαγεί, σε ένα σημαντικό βαθμό, από τις αυταπάτες τους. Δεν αναζητούν πλέον επαναστάσεις στα όνειρά τους. Δεν πλαισιώνουν κάθε σημαίας τις ιστούς σαν ιδεώδεις -νωθροί στο μυαλό- υποτακτικοί. Έχουν επιτέλους εμπεδώσει τον άλλο στίχο που μελοποίησε ο Μικρούτσικος απ’το θεατρικό «Φουέντε Οβεχούνα»: «Η μοίρα σου εσύ μονάχος είσαι. Στα χέρια κανενός μην την αφήνεις.» Ο Θάνος Μικρούτσικος πέθανε στην αγκαλιά των πιο δικών του, κηδεύτηκε πάνδημα με αγάπη και με θαυμασμό. Τα τραγούδια του μένει να βρουν την αληθινή τους σημασία, το γνήσιο νόημά τους. Να λειτουργούν στο εξής όχι σαν παρηγοριές και σαν φαντασιώσεις. Αλλά ως εγερτήρια».

Το να γράφει κανείς με ελευθερία για ένα καλλιτεχνικό δώρο είναι πραγματικά καλύτερο από το να το τοποθετεί στο πάνθεον της αυθεντίας. Η τέχνη εκτίθεται προς αμφισβήτηση όπως και εκείνη αμφισβητεί, αυτή είναι μια από τις βασικές της λειτουργίες. Το θέμα βέβαια είναι, όχι μόνο γιατί κάποιος δεν είπε όσα ήθελε να πει όσο ο δημιουργός ήταν ζωντανός αλλά πώς επιλέγει να κρίνει αμέσως μετά το θάνατο του δημιουργού, το έργο του. Προς τι αυτή η χρονική συγκυρία; Επειδή μιλάνε όλοι πρέπει να κάνουμε και εμείς το κομμάτι μας με τη δήθεν ιδεολογικά πλαισιωμένη άποψή μας;

Από την άλλη μεριά ειδικά όταν κάποιος είναι και ο ίδιος δημιουργός, καλό είναι να μην αναλώνεται στις κριτικές αλλά να φροντίζει να καλλιεργεί το δικό του ταλέντο πριν κρίνει την τέχνη κάποιου άλλου. Το μόνο βέβαιο είναι πως μονάχα σε φαντασιακό επίπεδο οι άνθρωποι «των γραμμάτων» στην Ελλάδα έχουν καταφέρει να προσεγγίζουν τη λαϊκή ψυχή και αποτυγχάνουν παταγωδώς να την ερμηνεύσουν όταν εμπλέκουν τα συναισθηματικά φορτία τους στην ανάλυσή της.

Translate

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Αρέσει σε %d bloggers: